Κλιματική αλλαγή και “πράσινη” διπλωματία

Κλιματική αλλαγή και “πράσινη” διπλωματία

Δρ. Βασίλης Αναλυτής

Η κλιματική αλλαγή είναι εδώ και συντελείται διασυνοριακά σε όλο τον πλανήτη, αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες βάση των οποίων κυβερνούνται σήμερα τα κράτη. Είτε δέχεται κανείς την ανθρώπινη υπαιτιότητα για τις αλλαγές που παρατηρούνται στο κλίμα, είτε όχι, οι αλλαγές αυτές συμβαίνουν. Αυτό όμως δε σημαίνει πως θα πρέπει να αποδίδουμε στην κλιματική αλλαγή ό,τι κακό συμβαίνει.

Οι ευρωπαϊκές πόλεις αναγκάζονται να στοχεύσουν την προσοχή τους στον περιορισμό των συνεπειών του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής, στην ανθεκτικότητα (resilience) και την ασφάλεια. Τα ζητήματα αυτά συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, παρότι επιφανειακά μοιάζει να μην έχουν κανέναν κοινό παρονομαστή. Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, οι απότομες αλλαγές των κλιματολογικών συνθηκών, επηρεάζουν την ανθεκτικότητα των πόλεων, τις υποδομές και την καθημερινότητα σε αυτές. Η επαρκής θωράκισή τους αποτελεί ζητούμενο, η υλοποίηση του οποίου επιτυγχάνεται κάθε μέρα σε μεγαλύτερο βαθμό.

Ο αντίκτυπος στην καθημερινότητα του ανθρώπου είναι υπαρκτός και ο ανθρώπινος παράγοντας αναγκάζεται να αφομοιώσει στρατηγικές για ν’ αντιμετωπίσει τις συνέπειες. Οι οργανωμένες πρωτοβουλίες αναφορικά με την ανάληψη δράσης για τον περιορισμό των συνεπειών και την αναστολή του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής εκφράστηκαν στην Ατζέντα του 2030 για την Βιώσιμη Ανάπτυξη. Το θεματολόγιο 2030 για την βιώσιμη ανάπτυξη εγκρίθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη και με τον τρόπο αυτό καθορίστηκε ένα παγκόσμιο πλαίσιο. Αποτελείται από μια φιλόδοξη δέσμη 17 στόχων (Sustainable Development Goals – SDGs) και 169 υποστόχων (targets). Οι SDGs είναι οικουμενικοί. Καλούνται να τους υλοποιήσουν όλες οι χώρες, ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες, σε αντίθεση με τους προγενέστερους Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας (Millennium Development Goals – MDGs) που αφορούσαν βασικά αναπτυξιακά ζητήματα των αναπτυσσομένων κυρίως χωρών. Μέσω της Ατζέντας για την Βιώσιμη Ανάπτυξη το 2030 επιχειρείται να κινητοποιηθούν χώρες και εμπλεκόμενοι φορείς, αξιοποιώντας εθνικούς πόρους, ιδιωτική χρηματοδότηση και την επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια. Στους 17 αυτούς στόχους περιλαμβάνονται και στόχοι για την ανάληψη δράσης, ώστε να περιοριστούν οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και να προωθηθεί η βιώσιμη κατανάλωση. Έπειτα από πολλά χρόνια διεθνών διαπραγματεύσεων εγκρίθηκε μια νέα καθολική και νομικά δεσμευτική παγκόσμια συμφωνία για το κλίμα.

Η κλιματική αλλαγή αποτελεί the end of the world as we know it. Ο πλανήτης βρίσκεται ενώπιον περιβαλλοντικών κρίσεων που οξύνονται. Η θέση αυτή διατυπώνεται άλλωστε και στα συμπεράσματα της σχετικής μελέτης του Γερμανικού Συμβουλευτικού Συμβουλίου για την Κλιματική Αλλαγή (German Advisory Council on Global Change – WBGU). Τα έντονα καιρικά φαινόμενα, η εξάπλωση των ασθενειών, οι κίνδυνοι για την επαρκή προμήθεια σημαντικών ειδών διατροφής και εν γένει η ανατροπή της παγκόσμιας οικολογικής ισορροπίας, οδηγούν την ανθρώπινη ασφάλεια σε επισφαλέστερους δρόμους. Η ανθρώπινη ασφάλεια -το αγαθό αυτό που σχετίζεται με το ευ ζην, την υγεία και την ανθρώπινη μακροημέρευση- και η κλιματική αλλαγή, γίνονται πλέον συγκοινωνούντα δοχεία. Η υπερθέρμανση του πλανήτη σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας προβλέπεται να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα, πχ. απειλές για την δημόσια υγεία, καταιγίδες, πλημμύρες, κύματα ξηρασίας, φωτιές, τον περιορισμό των διαθέσιμων υδάτινων πόρων, μείωση των διαθέσιμων τροφίμων κ.α. Η παραπάνω θέση δυστυχώς δεν αποτελεί υπόθεση, αλλά απλή ερμηνεία των τρεχόντων γεγονότων με βάση και τα συμπεράσματα ποικίλων μελετών. Οι πάγοι λιώνουν θέτοντας ανάμεσα στα άλλα σε κίνδυνο την ομαλή παροχή πόσιμου νερού σε πολλές περιοχές.

Πλέον το ζήτημα δεν είναι η θεωρία των πιθανοτήτων και η στατιστική των καταστροφών, αλλά τα πραγματικά προβλήματα: Η διαχείριση μεταναστευτικών ροών, η προσαρμογή της γεωργικής παραγωγής στις νέες συνθήκες και η θωράκιση καίριων υποδομών από τις άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις. Λύσεις και προτάσεις υπάρχουν και φαίνεται να έχουν άμεσα εφαρμόσιμα αποτελέσματα. Αρκεί να μην αφήνεται ο χρόνος να κυλά ανεκμετάλλευτος στην κατεύθυνση της εφαρμογής τους.

Εντόπιοι ή/και γειτνιάζοντες παράγοντες ενδέχεται να διεκδικούν τους ίδιους υδάτινους πόρους, οι οποίοι παρουσιάζουν πτωτική τάση. Το γεγονός αυτό πιθανώς να επιφέρει συγκρούσεις μέσα στο κρατικό ή διεθνές πλαίσιο, αυξάνοντας την ροπή προς την φτώχεια. Μια τέτοια κοινωνική μεταστροφή μπορεί να οδηγήσει σε κίνδυνο την ανθρώπινη ασφάλεια. Απόηχος πλέον της κλιματικής αλλαγής είναι το ζήτημα νομής των φυσικών πόρων και τελικά των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ιδίως σε ευάλωτες περιοχές, με χαλαρούς θεσμούς και συστήματα διακυβέρνησης. Εκεί η κλιματική αλλαγή είναι πιθανό να περιορίσει τις ικανότητες προσαρμογής των τοπικών κοινωνιών στις μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες και ν’ αυξήσει την αστάθεια. Υπάρχει ανάγκη εφαρμογής συγκεκριμένων στρατηγικών με στόχο την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και στα λιγότερα αναπτυγμένα κράτη. Πράγματα που θεωρούνται δεδομένα για τους περισσότερους από εμάς (πχ. πρόσβαση σε καθαρό νερό και τροφή) υπάρχουν πολλές περιοχές όπου δεν είναι διασφαλισμένα στην πλειονότητα των ανθρώπων. Απαιτείται αφοσίωση στην υλοποίηση των παραπάνω στρατηγικών, με δράσεις που θα ξεκινούν από το άτομο και θα εξελίσσονται σε τοπικές, εθνικές και υπερεθνικές. Χρειάζεται χρηματοδότηση που δεν δύναται να καλύψουν μεμονωμένα οι χώρες. Ακριβώς όπως οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής θα έχουν μαζικέ συνέπειες, έτσι και θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Σημείο αναφοράς είναι η ποσοτικοποίηση: Η εμπεριστατωμένη μελέτη και μέτρηση των επιπτώσεων (κοινωνικών, οικονομικών κ.α.) της κλιματικής αλλαγής. Σε επόμενο επίπεδο, το ενδιαφέρον στρέφεται στην ανεύρεση παραγωγικών μοντέλων αντιμετώπισης των φαινομένων, που θα είναι συμβατά με την τρέχουσα κατάσταση και ροπή του περιβάλλοντος. Πυλώνες στήριξης θα είναι για ακόμη μια φορά οι νέες τεχνολογίες και η ευαισθητοποίηση των κοινωνιών. Το εύρος των εκτιμήσεων αναφορικά με την αποτίμηση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής και με τον προσδιορισμό του οικονομικού κόστους για τον περιορισμό των συνεπειών και της αναστολής του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής, είναι αρκετά μεγάλο. Οι αποκλίσεις αυτές απεικονίζουν την επίδραση πλήθους παραγόντων. Ενδεικτικά αναφέρονται ο ρυθμός τεχνολογικής καινοτομίας, η εκτίμηση για την εξέλιξη του φαινομένου που προβλέπουν, οι δράσεις που προκρίνουν για τον περιορισμό των συνεπειών και την αναστολή του φαινομένου, η εκτιμώμενη αποτελεσματικότητα στην εφαρμογή πολιτικών σε παγκόσμια κλίμακα κ.α.

Για τις χώρες του ΟΟΣΑ το επιπλέον κόστος ανάπτυξης υποδομών και κτιρίων ανθεκτικών στην κλιματική αλλαγή θα μπορούσε να ανέλθει στα 15 – 150 δισ. δολάρια ετησίως. Δυσκολότερη εκτιμάται ότι θα είναι η προσαρμογή στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, όπου η μεγαλύτερη τρωτότητα και η φτώχεια περιορίζουν την ικανότητά τους για δράση. Το κόστος αυξάνει σημαντικά όσο πιο φιλόδοξη και άμεση γίνεται η ανάγκη δράσης. Οι προσπάθειες για ταχεία μείωση των εκπομπών υπολογίζεται ότι θα είναι ιδιαίτερα δαπανηρές. Όλες οι προσεγγίσεις, όμως, συμφωνούν σε ένα: Το κόστος της ανάληψης πρωτοβουλιών είναι μικρότερο από τα αποτελέσματα που μπορούν να έχουν. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από την σύγκριση των παραπάνω εκτιμήσεων του κόστους μετριασμού των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής συγκριτικά με το ιδιαίτερα υψηλό κόστος της αδράνειας.

Στο πλαίσιο αυτό με πρωτοβουλία της ευρωπαϊκής επιτροπής δημιουργήθηκαν και διάφορα δίκτυα πόλεων, όπως για παράδειγμα το Covenant of Mayors, το Mayors Adapt & C40, 100 Resilient Cities κ.α. ενώ ολοένα και συχνότερα funds (πχ. Bloomberg) και μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί (πχ. Rockefeller Foundation) καταπιάνονται με το θέμα. Στόχος είναι η διαμόρφωση πολιτικών, η εφαρμογή στρατηγικών και η κατασκευή υποδομών για τη θωράκιση πόλεων και κοινωνιών.

Σήμερα, ένα άτυπο δίκτυο επιλεγμένων στελεχών των Υπουργείων Εξωτερικών των κρατών-μελών που αποτελούν ένα «Δίκτυο Πράσινης Διπλωματίας» (Green Diplomacy Network), είναι η απάντηση όσων έχουν αντιληφθεί την σοβαρότητα των θεμάτων του περιβάλλοντος. Στόχο έχει την προώθηση της ενσωμάτωσης του περιβάλλοντος στις εξωτερικές σχέσεις. Η λειτουργία του ξεκίνησε το 2003 επί Ελληνικής Προεδρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Δίκτυο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αύξηση της συνοχής, της συνέπειας και της αποτελεσματικότητας των ευρωπαϊκών δράσεων στον τομέα του περιβάλλοντος. Έργο του είναι η προώθηση της συντονισμένης δράσης για την επίτευξη των διεθνών στόχων της πολιτικής της ΕΕ για το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή. Το δίκτυο καλείται να διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών και απόψεων για τα περιβαλλοντικά θέματα μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών των κρατών-μελών, καθώς και να εντοπίσει τις βέλτιστες πρακτικές σχετικά με την ενσωμάτωση των θεμάτων αυτών στην εξωτερική πολιτική.

Η κλιματική αλλαγή αποτελεί ένα παγκόσμιο φαινόμενο με συνέπειες σε διεθνές, αλλά και τοπικό επίπεδο. Όπως επισημαίνεται σε σχετική μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδας το 20% περίπου της ακτογραμμής της χώρας χαρακτηρίζεται ως περιοχή υψηλής ευπάθειας. Αναμένεται επίσης αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων και τα οποία εκτιμάται ότι πιθανώς θα ενταθούν και θα πολλαπλασιαστούν. Αυτό κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικό λαμβάνοντας υπόψη το σεισμικό της υπόβαθρο. Αυτό που εκτιμάται ότι θα συμβεί στην χώρα μας, σύμφωνα με τα βασικά κλιματικά μοντέλα, είναι η συρρίκνωση της ψυχρής περιόδου του έτους. Η εθνική στρατηγική έχει ήδη δημοσιευθεί. Με βάση αυτήν, Περιφέρειες και Δήμοι έχουν ξεκινήσει να εκπονούν Τοπικές Στρατηγικές Περιορισμού των συνεπειών της Κλιματικής Αλλαγής.

Η παγκόσμια πολιτική αρένα οφείλει ν’ αναγνωρίσει τον κομβικό χαρακτήρα του περιβαλλοντικού ζητήματος. Η ανάπτυξη υπό περιβαλλοντικούς περιορισμούς δεν πρέπει ν’ αποτελεί τροχοπέδη, αλλά κινητήριο μοχλό. Η πολιτική για το κλίμα πρέπει να γίνει πολιτική προληπτικής ασφάλειας. Χωρίς άμεση και αποφασιστική δράση, η κλιματική αλλαγή θα διαβρώσει περαιτέρω τις ικανότητες προσαρμογής. Η όποια επιλογή γίνει μπορεί ν’ αμβλύνει ή να βαθύνει ακόμα περισσότερο το χάσμα. Η επιλογή των κατάλληλων εργαλείων πολιτικής είναι συνάρτηση των ειδικών συνθηκών που συντρέχουν σε κάθε χώρα, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών συγκεκριμένων τομέων και της αλληλεπίδρασης των πολιτικών αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής με άλλες πολιτικές. Διαφορετικές πολιτικές ενέχουν επίσης διαφορετικές συνέπειες για την κατανομή του κόστους σε ατομικό επίπεδο αλλά και για τα δημόσια οικονομικά.

Το 2020 δεν είναι αποδεκτό το κέρδος να ταυτίζεται με την καταστροφή και την εξάντληση των φυσικών πόρων. Η παγκόσμια ηγεσία δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί την άγνοια σχετικά με τα περιβαλλοντικά ζητήματα και να καταστεί αθώα. Βρισκόμαστε εν μέσω διεθνοποίησης και, έτσι, είμαστε όλοι εξίσου ένοχοι αλλά και εξίσου επιφορτισμένοι με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η αειφορία είναι αυτοσκοπός και η πρόληψη μονόδρομος. Ο περιορισμός των αρνητικών συνεπειών της κλιματικής αλλαγής είναι, ως εκ τούτου, όχι μόνο ιδιαίτερα επιθυμητός αλλά και εφικτός. Και κάπως έτσι από την περίοδο της αθωότητας βρεθήκαμε στην περίοδο της παγκοσμιοποίησης και της κλιματικής αλλαγής.

*Ο Δρ. Βασίλης Αναλυτής είναι Χημικός Μηχανικός ΕΜΠ, ΜΒΑ, Msc και Γενικός Γραμματέας Δήμου Αγίων Αναργύρων Καματερού. e-mail: [email protected]